ὑπόπωλος

ὑπόπωλος
ὑπό-πωλος, ein Fohlen unter sich habend, es säugend

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ὑπόπωλος — with a foal at foot masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπόπωλος — ον, Α (ιδίως για θηλυκό άλογο) αυτός που έχει από κάτω του και θηλάζει πουλάρι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + πῶλος «πουλάρι, νεαρό ζώο» (πρβλ. ὑπέρ πωλος)] …   Dictionary of Greek

  • ὑποπώλοις — ὑπόπωλος with a foal at foot masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποπώλους — ὑπόπωλος with a foal at foot masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”